Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Ποιος φοβάται τον οργανωτικό διαχωρισμό;

Του Τάσου Χριστόπουλου


Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σκιαγραφήσουμε έστω, τους όρους πραγματοποίησης του οργανωτικού και πολιτικού διαχωρισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα, αν δεν λάβουμε υπόψιν μας τη βαθειά κρίση που το διαπερνά σε όλους τους τομείς- και έχει τις ρίζες της στην συγκρότησή του σε οργανωτικό επίπεδο στις αρχές του 20ου αιώνα- τις αντιλήψεις στο εσωτερικό του, τις ελλείψεις του. Και όταν μιλάμε για κρίση δεν αναφερόμαστε απλά και μόνο στην γύμνια και την άνευ όρων παράδοση της συνδικαλιστικής ηγεσίας στα συμφέροντα των εργοδοτών, αλλά και στην αναποτελεσματική, αναντίστοιχη της επίθεσης, απάντηση του συνόλου των εργαζομένων, (παρά την απεργιακή έξαρση της τελευταίας διετίας και τους πρόσφατους ηρωϊκούς κλαδικούς αγώνες στα Μ.Μ.Ε και την Χαλυβουργία), την στάση των υπόλοιπων δυνάμεων- ακόμα και των πιο ταξικών, την επικράτηση των αστικών αντιλήψεων και μικροαστικών συμφερόντων, την κρατική παρέμβαση, την γραφειοκρατικοποίηση, την αντιδημοκρατική λειτουργία, τον συνειδητό κατευθυνόμενο κατακερματισμό.



Άλλωστε, με τον ίδιο τρόπο, όταν μιλάμε για συνδικαλιστικό κίνημα δεν αναφερόμαστε μόνο στην ιστορία της ΓΣΕΕ ή των εργατικών κέντρων. Οι δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις ήταν περισσότερο το αποτέλεσμα των εργατικών αγώνων και του συσχετισμού στο εσωτερικό του κινήματος, παρά οι προϋποθέσεις τους.

Η ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος είναι γεμάτη από επιτυχείς απόπειρες κρατικού ελέγχου και παρέμβασης. Απόπειρες που σε κάποιες περιπτώσεις απαντήθηκαν από τους εργαζόμενους, σε άλλες όμως έγιναν αποδεκτές με ανακούφιση. Ο πρώτος ουσιαστικά συνδικαλιστικός νόμος το 1914, εγκαινιάζει επίσημα την εποχή του κρατικού συνδικαλισμού ορίζοντας τα σωματεία ως συνεργάτες του κράτους και πολύτιμους βοηθούς του. Από εκείνη την περίοδο μέχρι σήμερα η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, ο βαθμός συνείδησης και οι αγώνες του, πότε θα περιορίζουν και πότε θα ανοίγουν την κρατική αγκαλιά. Η δεκαετία του 30 θα επιφυλάξει την ωμή βίαιη παρέμβαση, τις δίκες, την καταστολή, τις δολοφονίες αγωνιστών συνδικαλιστών, τη σφαγή του 36 στην Θεσσαλονίκη. Αυτή η επίθεση δεν θα μείνει αναπάντητη, ωστόσο την ίδια περίοδο θα ιδρυθεί και η περιβόητη εργατική εστία, στην προκειμένη περίπτωση το καρότο, αν οι χωροφύλακες και η χούντα του Μεταξά ήταν το μαστίγιο. Η εργατική εστία ταΐζει για δεκαετίες αδιαμαρτύρητα όχι μόνο τη ΓΣΕΕ, αλλά και πρωτοβάθμια σωματεία, με την συμφωνία όλων των συνδικαλιστικών παρατάξεων.


Λίγο μετά τον πόλεμο, το 1945, επιβλήθηκε η παρουσία των δικαστικών στις αρχαιρεσίες των σωματείων με την ανοχή ακόμα και του εργατικού ΕΑΜ, το οποίο βέβαια συμμετείχε στην διαδικασία του διαλόγου με τους διορισμένους της ΓΣΕΕ και την κυβέρνηση, αλλά δεν υπέγραψε την συμφωνία. Έκανε όμως τα πάντα για την εφαρμογή της στην πράξη. Πέρασαν δεκαετίες από τότε και οι δικαστικοί εξακολουθούν να ελέγχουν τις συνδικαλιστικές εκλογές, χωρίς ποτέ επί της ουσίας να έχει αμφισβητηθεί ο ρόλος τους. Θα ακολουθήσει το 1955 ο νόμος για την διαιτησία στην υπογραφή των συλλογικών συμβάσεων, που αργότερα θα δώσει τη θέση της στον ΟΜΕΔ. Η σταθερή παρουσία και εμπλοκή του κράτους στις διαδικασίες και τη ζωή των σωματείων δεν έχει συμβολικό χαρακτήρα αλλά έρχεται σε σύγκρουση με την διακηρυγμένη αρχή της πάλης των τάξεων και της αρχής της συγκρότησης της τριτοβάθμιας οργάνωσης «πέρα από κάθε αστική επιρροή». Από τη μεριά των συνδικαλιστικών δυνάμεων, επικράτησε και σίγουρα επικρατεί ακόμα η τάση για παράδοση διαπιστευτηρίων νομιμοφροσύνης παρά για σύγκρουση με την αστική νομιμότητα αφού ούτως ή άλλως «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη»...


Η ίδια η δομή, η οργανωτική συγκρότηση η κυριαρχία συγκεκριμένων αντιλήψεων, συχνά αστικής προέλευσης, ακόμα και η πρωτοτυπία της μιας συνομοσπονδίας και των πολλών παρατάξεων, είναι αποτέλεσμα μάχης στο εσωτερικό για την αλλαγή των συσχετισμών, που πολλές φορές αφορούσαν μόνο την ηγεσία των αντιπροσώπων αλλά σχεδόν πάντα είχαν επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των πρωτοβάθμιων οργανώσεων. Η ΓΣΕΕ που τόσο πολύ κόπτεται για την ενότητα του κινήματος, δεν είχε πάντα την μοναδικότητα. Υπάρχουν περίοδοι που είτε τα καθεστώτα (δικτατορίες ή αστικοκοινοβουλευτικές κυβερνήσεις) είτε συνδικαλιστικές δυνάμεις διασπούσαν σε επίπεδο κορυφής την «ενότητα» και δημιουργούσαν άλλους φορείς. Ελάχιστα μετά την ίδρυση της τριτοβάθμιας οργάνωσης και συγκεκριμένα το 1920, κάνει την εμφάνισή της για πρώτη φορά μια δεύτερη μαζική και αντιπροσωπευτική ΓΣΕΕ, αυτή των 35.000 εργατών και των 137 σωματείων και συγκαλεί συνέδριο, κόντρα στην διορισμένη βενιζελική και άμαζη ΓΣΕΕ του Μαχαίρα. Εκεί θα επικυρωθεί η πρόταση σταθμός στην εξέλιξη του κινήματος, αυτή της «συνεργασίας»- οργανικής σχέσης του συνδικαλιστικού οργάνου με το κόμμα (ΓΣΕΕ-ΣΕΚΕ) και θα κυριαρχήσει η λενινιστική αντίληψη στο συνδικαλιστικό κίνημα και μάλιστα σχεδόν ομόφωνα. Υποστηρικτής αυτής της πρότασης ήταν και ο αποκαλούμενος αναρχοσυνδικαλιστής Κ. Σπέρας, ο οποίος βέβαια στην συνέχεια θα προσπαθήσει να σώσει το κύρος του συνδικαλιστικού οργάνου προτείνοντας να έχει τον πρώτο λόγο στις αποφάσεις, έναντι του πολιτικού βραχίονα, είτε πρόκειται για οικονομικά είτε για πολιτικά ζητήματα. Την πρόταση ψήφισε το ένα τρίτο των συνέδρων. Στο 3ο συνέδριο της ΓΣΕΕ επικρατούν οι «αντιΚΚΕ» συνδικαλιστές, το ΚΚΕ (πρώην ΣΕΚΕ) παίρνει την απόφαση να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την ΓΣΕΕ (τυπικά τουλάχιστον) και το 1929 δημιουργούνται οι βάσεις για τη νέα διάσπαση της συνομοσπονδίας, η οποία θα πετάξει έξω και τους «αριστεριστές» της εποχής, για να φτάσουμε στο 1931 όπου για πρώτη φορά στην Ελλάδα έχουμε 3 συνομοσπονδίες, την ΓΣΕΕ των δεξιών, την ενωτική ΓΣΕΕ του ΚΚΕ και την ΠΣΕ των σοσιαλιστών και των αριστερών «μιασμάτων». Οι τρεις συνομοσπονδίες μάλιστα θα κηρύξουν μαζί απεργία, για την σφαγή της Θεσσαλονίκης, αλλά θα τους προλάβει η δικτατορία του Μεταξά.
Μετά τον πόλεμο το ΚΚΕ μιλάει ανοιχτά για την συνδικαλιστική ενότητα της τάξης. Αυτή τη φορά δεν είχε λόγο να μην το κάνει. Έβγαινε από έναν πόλεμο έχοντας μια πανίσχυρη οργάνωση- το εργατικό ΕΑΜ. Η επικράτησή του ήταν σίγουρη, το πρόβλημα τώρα το είχαν οι δεξιές παρατάξεις, οι οποίες όμως δεν είχαν και καμιά σοβαρή επιρροή.


Σιγά-σιγά περνάμε σε περίοδο επικράτησης του αγωνιστικού ρεφορμισμού, του υποτακτικού και ηττοπαθούς συνδικαλισμού από τη μεριά της αριστεράς. Οι αριστεροί διαγράφονται από την συνομοσπονδία, οι δεξιοί και ακροδεξιοί συγκροτούν δικά τους όργανα και το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα εμμένει σχεδόν αυτιστικά στην ενότητα, δημιουργώντας συνδικαλιστικές κινήσεις όπως το Κ.Ε.Σ ή το αποκορύφωμα συντονισμού «από τα κάτω», την «κίνηση των 115 σωματείων», τα οποία στο τέλος πλησίασαν τα 900, οργάνωσαν πολιτική απεργία, αλλά χωρίς πρόταση, προοπτική και άβουλα μπροστά στη νομιμότητα της «ενιαίας» συνδικαλιστικής οργάνωσης χάθηκαν το 1967.


Για να έρθουμε στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο αλλά και χαμένη ευκαιρία της μεταπολίτευσης, με τα προλεταριακά οδοφράγματα των οικοδόμων απέναντι στις αύρες της αστικής δημοκρατίας, τον αυτοοργανωμένο συνδικαλισμό βάσης στα εργοστάσια και την ομοσπονδία του την ΟΒΕΣ, εγχείρημα μπερδεμένο από τα αδιέξοδα της «εργατικής αυτονομίας», που θα σβήσει εγκλωβισμένο μέσα στο σοσιαλρεφορμισμό και το αντικαραμανλικό μέτωπο. Τελευταία διάσπαση σε επίπεδο τριτοβάθμιας οργάνωσης ήταν αυτή του 1985, από αρνητές- διαφωνούντες της ΠΑΣΚΕ και την επίσημη αριστερά (ΕΣΑΚ, ΑΕΜ, ΣΣΕΚ), που κράτησε μόλις δύο χρόνια, αφού οι στόχοι της ήταν περιορισμένοι και ούτε κατά διάνοια δεν συγκρούονταν με το περιεχόμενο, τις αντιλήψεις, τις δομές του υπάρχοντος συνδικαλισμού. Είναι πλέον η εποχή του θανάτου και του ρεφορμισμού και της πλήρους υποταγής της αριστεράς στο άρμα νεοφιλελεύθερου ρεαλισμού. Η περίπτωση του ΠΑΜΕ (εξέλιξη της ΕΣΑΚ), δεν μπορεί να καταγραφεί στις απόπειρες οργανωτικού διαχωρισμού από τον επίσημο συνδικαλιστικό φορέα, επειδή απλούστατα πρόκειται για παράταξη που δεν εγκατέλειψε ποτέ τις έδρες στην ΓΣΕΕ, συμμετέχει κανονικά στις συνεδριάσεις της, παίρνει το ποσοστό της από την εργατική εστία και αρκείται στις ξεχωριστές συγκεντρώσεις.


Η σημερινή οργανωτική πολυδιάσπαση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος με τις 180 δευτεροβάθμιες οργανώσεις και τα 3.700 πρωτοβάθμια σωματεία, πολλά από αυτά εργοδοτικά ή σφραγίδες, δεν έχει αντικειμενικά καμία σχέση με τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, παρά μόνο με παραταξιακά και κομματικά οφέλη και σίγουρα διαφέρει από τον οργανωτικό και προγραμματικό απεγκλωβισμό από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις οργανωτικής έκφρασης της οργής των εργαζομένων για την κορύφωση του ταξικού πολέμου από το κεφάλαιο, τη κυβέρνηση και την Ε.Ε. Απέναντι σε αυτήν την επίθεση χρειάζεται η αλλαγή των στόχων, των προτάσεων, η υπέρβαση του πλαισίου μέσα στο οποίο διεξάγεται η κουβέντα τώρα. Χρειάζεται το γκρέμισμα των μύθων για την κρίση, το διαφορετικό πρόσωπο του καπιταλισμού, τους μονόδρομους, τα μέτωπα συνεργασίας και τις εναλλακτικές λύσεις. Η μόνη λύση που μπορεί και πρέπει να έχει στο νου της η εργατική τάξη, είναι η ανατροπή του καπιταλισμού, η απονομιμοποίηση ενός συστήματος που έχει φάει τα ψωμιά του και ετοιμάζεται να πέσει πάνω μας.
Το σύστημα τραβάει το χαλί της νομιμότητας κάτω από τα πόδια του συνδικαλιστικού κινήματος. Η ανατροπή του θεσμού των κλαδικών συμβάσεων και ο ορισμός επιτροπών φυσικών προσώπων για την επικύρωσή τους αντί των επιχειρησιακών σωματείων, η όξυνση της καταστολής, η νομοθεσία για τον τρομονόμο, αλλάζουν εκ των πραγμάτων τον τρόπο που βλέπουν από εδώ και πέρα οι αστοί τον συνδικαλισμό, ας το αντιληφθούμε και εμείς.


Οι δυνάμεις και κυρίως οι αντιλήψεις που κυριαρχούν στο συνδικαλιστικό κίνημα, με σοβαρότατες ευθύνες για την σημερινή τραγικά αδιέξοδη κατάσταση κατάφεραν να μετατρέψουν την πιο σημαντική μορφή εργατικής οργάνωσης σε γραφεία κομματικού σκλαβοπάζαρου. Κυρίως όμως σε φορείς επιβολής της κυβερνητικής γραμμής, της λογικής της ανάπτυξης, της παραγωγικότητας, του ανταγωνισμού. Η ανεξαρτησία και η αυτοτέλεια του κινήματος, ακόμα και μέσα στο πλαίσιο της αριστερής και σοσιαλδημοκρατικής λογικής, καταπατήθηκε μέχρις εσχάτων. Το ίδιο συνέβη και με την εσωτερική δημοκρατία και την ισότιμη συμμετοχή όλων των δυνάμεων και απόψεων. Πέρα όμως από την κυρίαρχη αντισυνδικαλιστική λογική και πρακτική των ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, υπάρχει ένα τεράστιο κενό σε επίπεδο απεύθυνσης, έκφρασης εργατικών συμφερόντων, εσωτερικής δημοκρατίας, στόχων, προτάσεων και στο κομμάτι της αριστεράς. Το ΠΑΜΕ αρμενίζει σε ένα πέλαγο αυτοεπιβεβαίωσης, σπρώχνοντας το πρόβλημα κάτω από το χαλί της μεικτής οικονομίας και χαϊδεύοντας το αυτί του μικροαστού που πλήττεται. Και με τον εργάτη και με το μικρό αφεντικό… Αρνείται να αποδεχτεί το αυτονόητο, ότι βρισκόμαστε λίγο πριν την «επαναστατική κατάσταση», άρα πρέπει να επιταχύνουμε τις διαδικασίες. Όλα περιορίζονται σε ένα δημοκρατικό κομματικό πλαίσιο, που θέτει ως ορόσημο την ημερομηνία των εκλογών.


Αλλά και οι υπόλοιπες αριστερές συνδικαλιστικές δυνάμεις, χωρίς τη διάθεση αυτοκαθορισμού, σέρνονται πίσω από μια στείρα, ρηχή και ανούσια κριτική στο κακό ΠΑΜΕ, που δεν ανοίγει την αγκαλιά του, να τις δεχτεί. Χωρίς σαφή προσανατολισμό που θα δείχνει προς την έξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα, πνίγονται ανάμεσα σε έναν παλιομοδίτικο, γραφικό σοσιαλδημοκρατικό, ρεφορμιστικό λόγο, της ευρωκαψούρας και τα πλατιά πολιτικά μέτωπα, που θα χωράνε τους πάντες. Σωματεία και συντονισμοί υποτάσσονται στις ανάγκες φωτισμένων πολιτικών πρωτοποριών ή ακόμα χειρότερα ηγετίσκων. Χρησιμοποιούνται διαδικασίες και όργανα για να καλύψουν την πείνα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Ακόμα και η αρχικά φιλόδοξη απόπειρα του συντονισμού των πρωτοβάθμιων σωματείων, που έδειξε ότι συσπειρώνει ένα εργατικό δυναμικό, λειτούργησε τελικά ως όχημα για να περάσει η απόφαση των πολιτικών γραφείων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν τόλμησε να έρθει σε σύγκρουση με αντιλήψεις και λογικές που καθηλώνουν αντί να προωθούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η αδιαφορία και η υποτίμηση του ρόλου των εργατικών σχημάτων και παρεμβάσεων από τις ίδιες δυνάμεις όλο αυτό το διάστημα, της μνημονιακής επέλασης στην εργατική τάξη. Ο σημαντικότατος αυτός εργατικός φορέας απονευρώθηκε, ακριβώς για να μην αντικαταστήσει την σημασία και το «ειδικό βάρος» της πολιτικής οργάνωσης.
Επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα πως το δόγμα «το κόμμα για την πολιτική, το σωματείο για...την λάτζα», διαπερνά ακόμα και σήμερα σχεδόν το σύνολο των συνδικαλιστικών δυνάμεων. Το χειρότερο όμως ίσως να μην είναι αυτό. Είναι η καθολική άρνηση να διεξαχθεί η συζήτηση, η αντιπαράθεση, η σύγκρουση στον φυσικό της χώρο: στον εργασιακό χώρο, με συνομιλητές και φορείς τους ίδιους τους εργαζόμενους και τα όργανα της τάξης μας, τα σωματεία. Το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να τρέφει αυταπάτες. Υπεύθυνος είναι συνολικά ο καπιταλισμός και δεν φτιασιδώνεται, αλλά ανατρέπεται. Για να ανατραπεί απαιτείται να έχει απέναντί του ένα εργατικό κίνημα, αυτοτελές, ανεξάρτητο από κράτος, αστικές δυνάμεις, πολιτικούς φορείς. Ένα κίνημα ικανό να στήσει αναχώματα στην επίθεση του κεφαλαίου, να κατακτήσει, να συγκρουστεί, να δημιουργήσει . Προχωράμε σε πλήρη οργανωτική αποχώρηση από την ΓΣΕΕ, συγκροτώντας τη νέα αντικαπιταλιστική συνδικαλιστική οργάνωση των εργατών, ξεκινώντας μέσα από τον πλατύ συντονισμό επιτροπών στους χώρους δουλειάς, εργατικών σχημάτων και σωματείων. Ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων μπορεί να λειτουργήσει σε αυτήν την κατεύθυνση όπως και αντιστοιχες πρωτοβουλίες από άλλα πρωτοβάθμια σωματεία, όπως τα «σωματεία βάσης». Επιτακτική είναι η ανάγκη συγκρότησης εργατικών σχημάτων με αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό, που θα θέτουν ξεκάθαρα το ζήτημα της ανατροπής και του οργανωτικού διαχωρισμού από την ΓΣΕΕ. Μέτωπο για την υπέρβαση του νόμου 1264 το οποίο σημαίνει έξω το κράτος από τον εργατικό συνδικαλισμό και τις διαδικασίες του, έξω οι εργοδότες και οι άνθρωποί τους. Την συνδικαλιστική ενοποίηση κλάδων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό φορέα. Την αναβάθμιση των αιτημάτων, την υπέρβαση του συντεχνιασμού, την ανάδειξη και ανάπτυξη της αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργαζόμενους.


Στην πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος δεν υπήρξε όπως και δεν υπάρχει «αντικειμενικά ορθή» γραμμή. Επιβεβαιώνεται όμως εκ του αποτελέσματος ότι η επικράτηση των αστικών αντιλήψεων και της λενινιστικής λογικής, άνοιξαν το δρόμο για την απονεύρωση, απομαζικοποίηση, τον εκφυλισμό και την ήττα του συνδικαλισμού. Ασφαλώς και θα επιστρατευτούν «θεωρητικοί» του εργατικού κινήματος, να μας πείσουν για τα βαθύτερα αίτια της συνδικαλιστικής κρίσης, για την απροθυμία της τάξης ή για την δομική κρίση του συστήματος και όλων των θεσμών. Ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής πάνω στο πτώμα του συνδικαλισμού- εργαλείου της πολιτικής πρωτοπορίας.



Το άρθρο του Τάσου Χριστόπουλου δημοσιεύτηκε στη μηνιαία αναρχοσυνδικαλιστική εφημερίδα Ροσινάντε τον Μάρτιο του 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου